του Frederic Boissonnas

Παρασκευή 1 Αυγούστου. Ξυπνήσαμε με τις πρώτες αχτίδες που διαπερνούν την ομίχλη δροσεροί και με καλή διάθεση. Λίγα βήματα πάνω από το πριόνι ανοίγεται ένα στενό φαράγγι, πηγές αναβλύζουν από τα βράχια, μικροί καταρράχτες πέφτουν σε λάκκες με νερό πράσινο και διάφανο και το καθετί μας παρακινεί σ’ ένα λουτρό αντάξιο των θεών.

Επτά η ώρα το βράδυ. Νάμαστε πάλι στην καλύβα. Ο ……….. έμεινε στα Πριόνια με τις βαρειές αποσκευές. Ανεβήκαμε με τον Κάκαλο, έναν άλλο κυνηγό, ένα νέο αγωγιάτη κι’ εν’ αγοράκι ξανθό σαν μικρός φαύνος. Ένα μουλάρι κουβαλά τις απόλυτα αναγκαίες αποσκευές.

Το σούρουπο ετοιμάζουμε την εγκατάστασή μας στην φτωχική αυτή παράγκα που είναι καμωμένη από τεράστιους κορμούς σχισμένους και στηριγμένους σ’ ένα δοκάρι. Τα κλαδιά των θάμνων κάνουν ένα στρώμα υποφερτό και μια καλή φωτιά μας ζεσταίνει και στεγνώνει το αντάξιο του παλαιολιθικού ανθρώπου ενδιαίτημα αυτό. Το λιτό δείπνο πόσο μας φαίνεται καλό.

Το πούσι μας τυλίγει. Στη γειτονική απλωσιά οι άνθρωποί μας ετοιμάσανε τη φωτιά, που η λαμπερή φλόγα της ξεπηδά και σπινθηροβολεί. Είναι η εθνική φωτιά μας της πρώτης Αυγούστου. Την ώρα αυτή που καθιέρωσε η παράδοση σ’ όλη την έκταση της Ελβετίας σημαίνουν οι καμπάνες, παντού, σε κάμπους και βουνά, ανάμεσα σε κορφές και παγετώνες, χιλιάδες φωτιές χαράς ανάβουν κι’ απαντά η μια στην άλλη για να γιορτάσουν την επέτειο που ιδρύθηκε η Ελβετία με την ένωση των τριών παληών cantons του Uri, του Schwitz, του Underwald, την πρώτη Αυγούστου 1291. Γύρω σε καθεμιά φωτιά οι κάτοικοι των χωριών, των σταύλων και των χαμένων μεσ’ τα βοσκοτόπια καλυβιών τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο.

Οι κυνηγοί μας, ακούνε με θρησκευτική ευλάβεια τον ελβετικό ύμνο που για πρώτη φορά, χωρίς αμφιβολία, αντηχεί στη χαράδρα του Ολύμπου κοντά στα 2.000 μέτρα. Όλο το πατριωτικό μας ρεπερτόριο εξαντλείται.

Τότε, κάτι που μας ξαφνιάζει και μας συγκινεί, να που οι άνθρωποί μας με τη σειρά τους τραγουδούν ελληνικά τραγούδια, κι’ ανάμεσα σ’ αυτά ένα, μια θαυμάσια μελωδία, μοιάζει σαν ταίρι με το δικό μας τραγούδι «La Suisse est belle». Ο μικρός σγουρομάλης φαύνος πηδά και ξαναπηδά ανάμεσα απ’ τη φλόγα που φωτίζει την παράξενη αυτή σκηνή, το πρόσωπο του φίλου μου που έγινε τραχύ, των κυνηγών τις σκληρές και σοβαρές φυσιογνωμίες. Γύρω μας οι σκιές μας χορεύουν στην ομίχλη που πότε-πότε ξανοίγει και φανερώνει τα τεράστια χέρια του γιγάντιου πεύκου που στέκει κάτω του η καλύβα μας. Και μακρυνοί αντίλαλοι ξαναλένε La Suisse est belle, Ζήτω η Ελλάς!

2 Αυγούστου. Στις τρεις και είκοσι ξυπνώ, η φωτιά ξεψυχώντας ρίχνει κάποια λάμψη, ένα αστέρι λάμπει από το άνοιγμα της καλύβας, η νύχτα ειν’ ακόμη σκοτεινή, ας αφήσουμε τον κόσμο να κοιμάται κι’ ας ονειροπολήσουμε… τέτοιες στιγμές συγκέντρωσης είναι πολύ σπάνιες στην πολυτάραχη ζωή μας.

Τέσσερις η ώρα, έγερση, ετοιμασία, ένα ποτήρι τσάϊ από το thermos και δρόμο.

Από πλαγιές απότομες, χορταριασμένες, όπου γαντζώνονται τα αναμαλλιασμένα πεύκα κι’ από χαράδρες φτάνουμε στην τελευταία πρασινάδα, στις σάρες της ράχης, απ’ όπου ανεβαίνουμε, σε μια ψηλότερη κι’ από ράχη σε ράχη χωρίς κόπο και πραγματική κούραση, φτάνουμε στη βάση των μεγάλων βράχων που είναι μουσκεμένοι από την ομίχλη.

Μια θαυμάσια θέα πριν να προχωρήσουμε προς αυτούς, η ανατολή του ήλιου κρυμμένη από μακρυές λουρίδες σύννεφα, το καθρέφτισμα της θάλασσας που σταματά στις μακρυνές ακτές της Χαλκιδικής κι’ από κάτω μας το φαράγγι του Ολύμπου βυθισμένο στις τελευταίες σκιές της νύχτας που διαλύονται, με λεκέδες καταχνιάς κρεμασμένους στις κορυφογραμμές.

Στο μεταξύ μας διαπερνά ένας δυνατός και παγερός άνεμος. Είναι έξι η ώρα. Προστατεμένοι από τη ράχη, σε μια κοιλότητα στην κορυφή μιας χαράδρας γεμάτης χιόνι, τρώμε λιγάκι. Ξαναφεύγουμε εύθυμα και φτάνουμε επί τέλους στους πρώτους gendarmes της μεγάλης ανώτερης κορυφογραμμής που υψώνεται απότομα προς τις ψηλές κορφές.

Ο μεγάλος ο Νικόλας κι’ ο μικρός αγωγιάτης θα μείνουν εκεί με τους σάκκους. Δενόμαστε ο Baud-Bovy κι’ εγώ με το σκοινί του μουλαριού κι’ ακολουθούμε τον Κάκαλο που σκαρφαλώνει ξυπόλητος σαν αγριόγατος στις αποτομιές αυτές των γλιστερών βράχων που είναι σκεπασμένες με ύπουλες σάρες, έτοιμες να κυλίσουν στο βάθος του χωνιού.

Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα στο βουνό, οι πιο φοβερές από μακριά όψεις, μοιάζουν λιγότερο τραχιές στην έφοδο, και, χωρίς καμμιά δυσκολία, σε 25 λεπτά φτάνουμε στην τελευταία ράχη, την κορφή!

Μια θαυμάσια κορυφή, στενή κορυφογραμμή φτιαγμένη από μεγάλους κομματιασμένους όγκους στη σειρά. Ολόγυρά μας τρομακτικά βάραθρα χάνονται στην ομίχλη που μας τυλίγει πυκνά. Κρίμα, να μη μπορούμε ν’ απολαύσουμε την ασύγκριτη θέα. Αλλ’ επιτέλους φτάσαμε. Νάμαστε Danielos! Πάνω στην απάτητη κορφή του Ολύμπου. Φτάσαμε, οι πρώτοι άνθρωποι αφότου φύγανε οι θεοί!

Ω πρωτάκουστη, παράξενη, έντονη συγκίνηση! Είναι λοιπόν το μυθικό αυτό όνειρο αλήθεια! Η μοναδική αυτή στιγμή, η νίκη αυτή που δεν τολμούσαμε ν’ αναλογιστούμε, η τρέλλα αυτή που την αναφέραμε στ’ αστεία, μα που δέκα χρόνια τώρα σκεφτόμαστε μ’ επιμονή, ο Όλυμπος δαμασμένος, να τον πατάμε, έγινε, φτάσαμε! Τι θεία χαρά.Χαϊδεύω τον ολύμπιο βράχο που είναι παγωμένος απ’ το σύννεφο το υγρό, φιλιώμαστε, σφίγγουμε το χέρι του Κάκαλου, βγάζω από την τσέπη μου την μικρή ελβετική σημαία του καϊκιού μας των Κυκλάδων που έρραψε ένα βράδυ στην Τήνο ο καλός μας σύντροφος ο Monard. Κυματίζει χαρωπά και πλαταγίζει στον αέρα. Vive la Suisse, Zito i Hellas! Πίνουμε μια καλή γουλιά curacao απ’ το μικρό αλουμινένιο παγούρι μου και για να τελειώσουμε με την ορειβατική ιεροτελεστία, ο Daniel γράφει στην κάρτα του τα πρακτικά της νίκης μας με την ημερομηνία και το όνομα Pic de la Victoire, που βαφτίζουμε την απάτητη κορφή για να τιμήσουμε τις νίκες των ελλήνων. Χώνουμε την κάρτα στο μπουκάλι που κουβαλήσαμε γι’ αυτό το σκοπό κι’ ύστερα το περιτριγυρίζουμε μ’ ένα σωρό πέτρες που θα το προστατέψουν.

Κοιμήθηκε μακριά από τους μάταιους θορύβους της ανθρωπότητας ώσαμε τη Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 1927, αξιομνημόνευτη μέρα που ιδρύθηκε ο Ελληνικός Ορειβατικός Σύνδεσμος στην πιο ψηλή κορφή του Ολύμπου (*).

Η παραμονή όμως στην παγωνιά αυτή που κόβει σαν ξυράφι και στην υγρή αυτή ομίχλη δεν είναι και πολύ άνετη. Φωτογραφούμε ο ένας τον άλλο κι’ ενώ η καρδιά μας σκιρτάει από χαρά, ετοιμαζόμαστε για το κατέβασμα πίσω από τον Κάκαλο.

Όμως τι…! Τι είναι! Ω έκπληξη! Τι είναι αυτή η αποτρόπαια και φοβερή οπτασία! Η ίδια μαζί φωνή κατάπληξης μας ξεφεύγει. Ένα φύσημα του ανέμου σχίζει τον αδιάφανο πέπλο, κάνει μια τρύπα, κι’ εκεί μπροστά μας, λίγα μέτρα φαίνεται μόλις, ένας τεράστιος μαύρος όγκος, ένας κάθετος τοίχος παρουσιάζεται, ψηλότερα από μας!!

Σε λίγες στιγμές ο πέπλος ξανακρίνει, η οπτασία εξαφανίστηκε. Μ’ ανοιχτό το στόμα άφωνοι περιμένουμε… Ο άνεμος συνταράζει το καθετί, σαρώνει ξανά το πούσι, ο τρομερός τοίχος ξαναπαρουσιάζεται, ξεσκεπάζεται, φανερώνεται… Είναι ένας πύργος, ένας φοβερός πύργος που τον πλευρίζει απ’ εκεί ένας τεράστιος προμαχώνας κι’ από εδώ μια ράχη αναμαλλιασμένη, αυτή που είμαστε πάνω της χωρισμένη με μια άβυσσο απροσπέλαστη. Μα τον Ολύμπιο Δία, τι βάραθρα!

Ο πύργος, ολότελα απομονωμένος φαίνεται υπέρμετρος άφθαστος για τους φτωχούς θνητούς όπως εμείς που ταπεινωμένοι, ζαλισμένοι, βαρειά λυπημένοι είμαστε στην παρακάτω κορυφή μας.

Ω Ταρπήια Πέτρα, καλά σ’ ωνόμασε ο Daniel, τώρα δα μεθούσαμε με μια πολύ εύκολη νίκη, σε πατούσαμε σαν περήφανοι νικητές, σου δίναμε το όνομα της Κορυφής της Νίκης! Α! Εδώ πήγαινε το λατινικό ρητό «ο Δίας τυφλώνει εκείνους που θέλει να καταστρέψη». Ο Ζευς μας σκέπαζε τα μάτια, ο νεφεληγερέτης Ζευς κορόϊδευε το τολμηρό σχέδιό μας! Και χωρίς την σκληρή αποκάλυψη θα φεύγαμε απατημένοι, γελασμένοι, κατά ηλίθιο τρόπο βέβαιοι για την ολόλαμπρη νίκη μας! Θα την διακηρύτταμε… ώσαμε την μέρα που δεν θα αργούσε να μας διαψεύση ένας τυχερότερος θνητός κατηγορηματικά και κεραυνοβόλα.

Δεν είπαμε ούτε μια άσκοπη λέξη. Δεν τα βάλαμε ο ένας με τον άλλον. Άφωνοι κατεβήκαμε, ξεχνώντας το μπουκάλι μας, μάρτυρα δυσάρεστο της αποτυχίας μας. Αλλοίμονο! Αλλοίμονο!

Μα στην καρδιά κάθε θνητού βρίσκεται ένα κομματάκι από τη φωτιά του Προμηθέα.

Μπορεί να εφαινόμαστε υποταγμένοι μα πως χάσαμε το θάρρος μας, πως νικηθήκαμε, ποτέ! Κατεβαίνοντας την απότομη κατηφοριά ήμαστε με την ίδια σκέψη την ίδια καρδιά, χωρίς να χρειάζεται ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη: Αν η κορυφή είναι προσιτή, έλεγα μέσα μου, αυτό δεν μπορεί να συμβαίνη παρά δεξιά, από την ανατολική όψη, πρέπει λοιπόν να παρακάμψουμε την Ταρπήια Πέτρα από τη βάση της… Εκεί από πίσω, το αισθανόμαστε είναι ο δρόμος της Νίκης. Όσο για μένα το ώρισα καλά πως δεν θα έμενα εκεί.

Ο Κάκαλος πάει μπροστά με το κεφάλι χαμηλά. Θα τραβήξη άραγε δεξιά προς τους αγωγιάτες που μας περιμένουν;

Ο Κάκαλος είναι βιολιτζής του χωριού του. Το ίδιο αυτό βράδυ θα παίξη να χορέψουνε στην μεγάλη πλατεία του Λιτόχωρου. Του υποσχεθήκαμε πως θα μπορέση να ξανακατέβη χωρίς κι’ ύστερα μα την πίστη μου έχει την ιδέα πως παρατόσο δα λιγάκι και πατήσαμε τις κορφές όπου μόνο ο αετός…

– «Hola Christos! Gorphi (**) ochi!» (Δεν μας πήγες στην κορφή).

Ο Χρήστος κατάπληκτος δεν απαντά τίποτα.

– «Gorphi apano!» (Η κορυφή είναι κει πάνω) κι’ η χειρονομία μας περιβάλλει την Ταρπήια Πέτρα.

– «Απάνω;» απαντά ο Χρήστος (θέλετε ν’ ανέβετε;)

-«Meist» (**) (Μάλιστα).

Χωρίς άλλο λόγο στρίβει αριστερά, κατεβαίνει μια χαράδρα, απ’ όπου φανερώνεται μια σειρά πυργίσκων, γυρνούμε τη βάση της Ταρπήιας, φτάνοντας αρκετά εύκολα τη χαράδρα της Μεγάλης Κορυφής.

Με την ίδια μαζί ώθηση ριχνόμαστε στην έφοδο, η μεγάλη αυτή χαράδρα με τους λείους πασπαλισμένους με άμμο βράχους, έχασε την φοβέρα της, κρατούμε τη νίκη! Η ίδια η Αθηνά η Μεγάθυμος ανάβει τη φλόγα μας και μας δίνει φτερά. Εδώ προσεκτικά, εκεί απερίσκεπτα περάστηκαν οι κακοτοπιές, είμαστε κοντά στο σκοπό μας, να η κορυφή του μεγάλου πύργου, hurrah!

Επιτέλους πατούμε την τρομερή κορφή την απαραβίαστη. Αριστερά μας η Ταρπήια ντροπιασμένη. Δεξιά μας ο Θρόνος του Διός, το τεράστιο αυτό δόντι που μας έκρυβε την ψηλή κορφή σαν είμαστε στον Προφήτη Ηλία. Εμπρός μας ένα βάραθρο, ένα είδος τεράστιο καζάνι που περιβάλλουν οι μεγάλες κορυφές, πίσω μας το φαράγγι του Αγίου Διονυσίου, το χωνί απ’ όπου ανεβήκαμε, το κόκκινο σημάδι του μοναστηριού, το σχίσμα, η θάλασσα ως τις μακρινές ακτές του Άθωνα.

Όλο το πούσι σαρώθηκε, η θέα είναι ασύγκριτη. Αυτή τη φορά η μικρή ελβετική σημαία κυμματίζει εύθυμα και ακτινοβολεί στον ήλιο. Πίνουμε το υπόλοιπο του curacao και ο Daniel χαράζει τα πρακτικά της νίκης μας στο αλουμινένιο παγούρι.

Χαίρε, πιστέ φίλε, μάρτυρα που ενισχύεις το θρίαμβό μας ας σου φεισθή ο κεραυνός του μεγάλου Δία.

Η επιστροφή ήταν γοητευτική.

Είχαμε φτάσει στις δέκα στην κορφή, το μεσημέρι στο μέρος που μας περίμεναν οι άνθρωποι, στις δύο το απόγευμα στην Καλύβα, στις τέσσερις στα Πριόνια όπου ο Phillipe καταχαρούμενος μας εδυνάμωσε και τέλος στις επτά η ώρα το βράδυ μπαίναμε στο Λιτόχωρο. Ο Κάκαλος παράτησε το τουφέκι κι’ έπιασε το βιολί του.

Τον αφήσαμε με σταθερή την πρόθεση να ξαναρθούμε τον άλλο χρόνο για να μελετήσουμε με λιγότερη βία το αξιοθαύμαστο συγκρότημα.

Αλλά στον χρόνο απάνω, τις ίδιες μέρες, την 1η Αυγούστου 1914 ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος και για πρώτη φορά οι αητοί του Δία βλέπανε να περνούν στρατιωτικά αεροπλάνα.

Χρειάστηκε να περιμένουμε καλύτερες συνθήκες ώσαμε το 1919 για νααναλάβουμε τη δεύτερη αποστολή μας.

Με τον Daniel Baud-Bovy και τον γυιό μου τον Henri κατασκηνώσαμε οχτώ μέρες στο οροπέδιο της Μπάρας κοντά στις ψηλές κορφές που τις εξερευνήσαμε όλες εκτός από το Θρόνο του Διός. Απόμεινε στον συμπατριώτη μας το Marcel Kurz, που έκανε τον θαυμάσιο χάρτη του συγκροτήματος, να κάνη την πρώτη ανάβαση.

Τέλος στο 1927 χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μου Ηρ. Ιωαννίδη και στη βοήθεια της ελληνικής Κυβερνήσεως κατωρθώσαμε να πραγματοποιήσουμε την αξιομνημόνευτη αποστολή που τέλειωσε μέσα σε μια αποθέωση στις 12 Σεπτεμβρίου με την ίδρυση του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου στη μεγάλη κορυφή.

Διηγήθηκα την αξέχαστη αυτή νύχτα σ’ ένα μικρό τεύχος (***) όπου συνοψίζω όλες τις καλές αναμνήσεις μου από τη χώρα της ομορφιάς και του φωτός και όπου υπερασπίζω μιαν υπόθεση που θα έπρεπε να ξυπνήση όλες τις ευγενικές ελληνικές καρδιές, όπως υποστηρίζεται στην Ελβετία, την διάσωση της ομορφιάς της φύσης και τη δημιουργία ενός Εθνικού Πάρκου.

Κανένα έθνος δεν έχει μια έκταση που να μπορή να συγκριθή με την περιοχή του Ολύμπου, τόσο πλούσια σε μύθους, αναμνήσεις ιστορικές, ομορφιές κάθε λογής και δυνατότητες για εκμετάλλευση.

Και ακριβώς εναντίον των κινδύνων μιας ανόητης και καταστρεπτικής εκμετάλλευσης πρέπει να προφυλαχτούμε.

Να πως πηγαίνουν γρήγορα τα πράγματα:

Στο 1927 προείπα πως σε λίγο οι λαμπρές χιονισμένες ερημιές του Ολύμπου θα γινότανε η κατ’ εξοχή περιοχή των σκιέρ.

Αυτό έχει γίνη.

Και τώρα προσοχή στους εργολάβους οικοδομών που θα θελήσουνε να επωφεληθούν απ’ αυτή τη φήμη που ολοένα μεγαλώνει.

Cavenat Consules! Φίλοι Έλληνες το νου σας πριν να είναι πολύ αργά!

(Μετάφραση Ιάκ. Σαντοριναίου)

_______________________

(*) Le Tourisme en Grece σελ. 56

(**) Σ. Μ. Παραθέτουμε με την ορθογραφία του Συγγραφέα, τις ελληνικές λέξεις όπως τις έχει αντιληφθή

(***) Le Tourisme en Grece. Edition Paul Trembley. Geneve

«Το Βουνό», τ. 27 (1936), σελ. 56-62